αλληλεπιδρώ

αλληλεπιδρώ
(-αω)
ασκώ επίδραση σε κάποιον και δέχομαι επίδραση απ’ αυτόν.
[ΕΤΥΜΟΛ. < αλληλο-* + επιδρώ].

Dictionary of Greek. 2013.

Игры ⚽ Поможем решить контрольную работу

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”